Marabou Project

Marabou Project A book and a short film for a unique documentation for the inhabited islands of the Aegean Sea by Constantinos and Petros Sofikitis.

Kindly supported by
ΕΟΤ and Greece21

Στη Σκύρο, οι μυρωδιές μένουν χαμηλά, κολλημένες στους τοίχους και στα σοκάκια. Ο φούρνος ήταν πάντα κάτι περισσότερο απ...
11/09/2026

Στη Σκύρο, οι μυρωδιές μένουν χαμηλά, κολλημένες στους τοίχους και στα σοκάκια. Ο φούρνος ήταν πάντα κάτι περισσότερο από ένα μαγαζί, ήταν τόπος επιστροφής, ένας τόπος όπου η μέρα άρχιζε πριν ακόμη φανεί το φως.

Ο Μήτσος Μανωλάκης γεννήθηκε το 1950. Στα δεκαπέντε του, το 1966, μπήκε στα καράβια από ανάγκη. Έγινε μάγειρας, δουλεύοντας σε στενές κουζίνες, με φωτιά που δεν έσβηνε και βάρδιες χωρίς ωράριο. Στις φουρτούνες, το καράβι σηκωνόταν και έπεφτε, τα σκεύη χτυπούσαν κι εκείνος κρατούσε την ισορροπία του. Σε ταξίδι στα ανοιχτά της Αμερικής, ένας τυφώνας χτύπησε το πλοίο. Υλικές ζημιές, φόβος και στιγμές που μένουν μέσα σου. Κι όμως, η φωτιά της κουζίνας δεν έσβησε.

Μέσα σε αυτή τη ζωή έμαθε και ζαχαροπλαστική, από βιβλία και συνταγές που διάβαζε όταν όλα ησύχαζαν. Υπηρέτησε επίσης τριάντα μήνες στον στρατό. Ύστερα, ο κύκλος της θάλασσας έκλεισε.

Το 1976 επέστρεψε στη Σκύρο και άνοιξε τον φούρνο του. Ήταν από τους πρώτους στο νησί που, εκτός από ψωμί, έφτιαχναν και μπουγάτσες. Η δική του έγινε σημείο αναφοράς, όχι επειδή την άλλαξε, αλλά επειδή δεν την άλλαξε ποτέ. Η συνταγή έμεινε ίδια.

Ο φούρνος έγινε ρυθμός: ξύπνημα πριν από όλους, άναμμα του φούρνου, ζύμωμα, αναμονή. Μια καθημερινότητα που επαναλαμβάνεται χωρίς να γίνεται ποτέ ίδια.

Όταν ήρθε η ώρα να σταματήσει, πέρασε το μαγαζί στις δύο κόρες του. Είχε σκεφτεί να το κλείσει, όμως τελικά δεν το έκανε. Γιατί κάποια πράγματα δεν τα κλείνεις, τα αφήνεις να συνεχιστούν.

Τον απασχολεί η ακρίβεια και η δυσκολία να κρατηθούν ζωντανές οι μικρές επιχειρήσεις. Ξέρει τι σημαίνει να ξεκινάς από το μηδέν.

Παράλληλα, ασχολήθηκε με τη μελισσοκομία και τη γη. Καλλιέργησε, φρόντισε και δούλεψε ξανά με τα χέρια, χωρίς ποτέ να μάθει να αποφεύγει τη δυσκολία.

Ο Μήτσος δεν έκανε κάτι για να ξεχωρίσει. Έκανε αυτό που ήξερε, με συνέπεια. Από τη θάλασσα μέχρι τον φούρνο, από τη φωτιά της κουζίνας μέχρι τη ζύμη, κράτησε μια ευθύτητα που δεν χρειάζεται εξηγήσεις.

Και τις πρώτες ώρες της μέρας, όταν το νησί ακόμη δεν έχει ξυπνήσει, ο φούρνος του συνεχίζει να γεμίζει τον αέρα με εκείνη τη γνώριμη μυρωδιά. Σαν μια υπόσχεση ότι όσα αξίζουν, βρίσκουν τρόπο να μένουν.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Στη Σκύρο, η γη δεν είναι απλώς χώμα. Είναι μνήμη. Κι αν σταθείς λίγο, καταλαβαίνεις πως κάποιοι άνθρωποι δεν ανήκουν απ...
09/09/2026

Στη Σκύρο, η γη δεν είναι απλώς χώμα. Είναι μνήμη. Κι αν σταθείς λίγο, καταλαβαίνεις πως κάποιοι άνθρωποι δεν ανήκουν απλώς σε έναν τόπο, είναι φτιαγμένοι από αυτόν.

Η Καλλιόπη Δημητρίου γεννήθηκε το 1933. Από τα οκτώ της χρόνια, δίπλα στον πατέρα της, έμαθε να δουλεύει τη γη. Τα χέρια της έμαθαν νωρίς να σκάβουν, να κρατούν, να αντέχουν.

Στην τελευταία τάξη του σχολείου ήρθε ο πόλεμος και η κατοχή. Οι Ιταλοί έμπαιναν στα σπίτια και έπαιρναν τρόφιμα και πρώτες ύλες. Η οικογένειά της είχε ήδη περάσει δύο πολέμους. Για την Καλλιόπη εκείνα τα χρόνια δεν ήταν παιδικά, ήταν σαν να της έκλεισαν τον κόσμο πριν προλάβει να τον γνωρίσει.

Η αδερφή της, στα είκοσί της, αρρώστησε βαριά στην κατοχή. Έμεινε μέρες παράλυτη με υψηλό πυρετό. Με φάρμακα και βοήθεια από Ιταλούς στρατιώτες σηκώθηκε, όμως έμεινε κουφή. Ο αδερφός της λίγο έλειψε να σκοτωθεί από μια σφαίρα που πέρασε λίγα εκατοστά δίπλα του. Για έξι μήνες δεν είχαν νέα του. Όταν επέστρεψε από το νοσοκομείο, ήταν μια από τις λίγες χαρές εκείνων των χρόνων.

Η Καλλιόπη δεν έφυγε ποτέ από τη Σκύρο. Η ξενιτιά δεν της ταίριαζε. Ο τόπος της ήταν αρκετός, γιατί ήταν δικός της.

Στα δεκαεννιά της παντρεύτηκε από προξενιό έναν άντρα από άλλο χωριό. Έτσι γινόταν τότε. Αγάπησαν ο ένας τον άλλον με τον χρόνο, τη συνεννόηση και τη συντροφικότητα. «Έτσι πρέπει να γίνεται», έλεγε.

Η γη έμεινε στο κέντρο της ζωής της. Από μικρή περπατούσε μέχρι και 16 χιλιόμετρα την ημέρα για να πάει σχολείο και να επιστρέψει. Δεν θυμάται τον κόπο, αλλά την εξοχή, το φως και τη διαδρομή.

Μέχρι σήμερα καλλιεργεί ό,τι μπορεί και φροντίζει τα ζώα της σαν παιδιά της. Είναι μέρος της ζωής της.

Υπήρξαν και όμορφα χρόνια: γλέντια, χοροί, βιολί και λαούτο, άνθρωποι που έσμιγαν χωρίς να σκέφτονται το αύριο. Ήταν επτά αδέρφια, μια μεγάλη και δεμένη οικογένεια μέσα στις δυσκολίες.

Δεν εξιδανικεύει το παρελθόν. Το κουβαλά όπως είναι, με τα δύσκολα πιο βαριά από τα όμορφα.

Κι όμως, στάθηκε. Σκληρό καρύδι, όπως λένε. Με μια δύναμη που δεν φωνάζει.

Η Καλλιόπη δεν άλλαξε τον τόπο της. Έμεινε εκεί και έγινε κομμάτι του. Σαν τη γη που καλλιεργεί: αντέχει, δίνει, μένει.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Ο Γιάννης Πειρασμός κουβαλά εκείνη τη σπάνια αίσθηση ανθρώπων που έχουν ζήσει πολλές διαφορετικές ζωές μέσα σε μία.Γεννη...
02/09/2026

Ο Γιάννης Πειρασμός κουβαλά εκείνη τη σπάνια αίσθηση ανθρώπων που έχουν ζήσει πολλές διαφορετικές ζωές μέσα σε μία.

Γεννημένος το 1945 στη Λέσβο, έφυγε μικρός για την Αθήνα, θέλοντας να μάθει μια τέχνη, να ανοίξει τους ορίζοντές του και να ταξιδέψει. Η εποχή όμως είχε σκληρές γραμμές. Οι αριστερές πεποιθήσεις της οικογένειάς του τον έφεραν αντιμέτωπο με το κράτος και τον κράτησαν για σαράντα ημέρες στην Ασφάλεια, σε μια ηλικία που ακόμη προσπαθείς να καταλάβεις ποιος γίνεσαι.

Στα είκοσι πέντε του, πάνω σε μια οικοδομή, ένα χτύπημα ρεύματος παραλίγο να σταματήσει τη ζωή του. Θυμάται μια αίσθηση πως απομακρυνόταν από το σώμα του, μια ανεξήγητη γαλήνη, μια γλύκα που δεν έμοιαζε με φόβο. Από τότε ρίζωσε μέσα του η σκέψη πως ίσως η ζωή να μην τελειώνει εκεί που νομίζουμε.

Δεν έμεινε ποτέ ακίνητος. Έκανε και έμαθε πολλά, δημιουργώντας με τα χέρια του. Εδώ και είκοσι χρόνια φροντίζει τις μέλισσές του με τον σεβασμό ανθρώπου που ακολουθεί τον ρυθμό της φύσης. Έφτιαξε ξύλινα καραβάκια, κουτάλες και μικρές χειροποίητες κατασκευές που κάποτε ταξίδευαν μέχρι τη Μύκονο για να βρουν τους ανθρώπους τους.

Του αρκεί ένα καφεδάκι στο λιμανάκι, η θάλασσα μπροστά του και λίγος χρόνος για να σκεφτεί το επόμενο πράγμα που θέλει να φτιάξει.

Η ζωή είχε και δύσκολες στροφές: σχέσεις, λάθη, συγκρούσεις, ακόμη και δικαστικές περιπέτειες που τον δοκίμασαν βαθιά. Όμως δεν ήταν μόνος. Η γυναίκα του στάθηκε δίπλα του με δύναμη που θυμάται με συγκίνηση.

Η πίστη του είναι βαθιά προσωπική. Λέει πως έχει δει και έχει μιλήσει με την Παναγία δύο φορές, στο μικρό εκκλησάκι που φροντίζει με αγάπη. Δεν το λέει για να εντυπωσιάσει. Για εκείνον ανήκει στον ίδιο κόσμο με τις υπόλοιπες μνήμες του.

Ίσως γιατί όταν κάποτε ένιωσε τη ζωή να του γλιστρά από τα χέρια, έπαψε να τη θεωρεί δεδομένη.

Σήμερα παραμένει ένας άνθρωπος με καθαρό βλέμμα και ανήσυχα χέρια. Ρομαντικός με τον δικό του ήσυχο τρόπο. Από εκείνους που δεν ζητούν πολλά. Μονάχα λίγο φως, λίγη θάλασσα και έναν ακόμη λόγο να ξυπνήσουν το επόμενο πρωί.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Ορισμένοι άνθρωποι δεν μαθαίνουν μια τέχνη. Μεγαλώνουν μέσα της, πριν ακόμη αποκτήσουν λέξεις για να την περιγράψουν.Ο Η...
27/08/2026

Ορισμένοι άνθρωποι δεν μαθαίνουν μια τέχνη. Μεγαλώνουν μέσα της, πριν ακόμη αποκτήσουν λέξεις για να την περιγράψουν.

Ο Ηλίας Κουρτζής γνώρισε τον πηλό από τους πρώτους μήνες της ζωής του. Η μητέρα του τον έπαιρνε μαζί της στο εργαστήριο του πατέρα του κι εκεί, ανάμεσα σε χέρια που έπλαθαν και τροχούς που γύριζαν ασταμάτητα, άρχισε η πιο πρωτόγονη μορφή μνήμης του. Η αφή του πηλού ήρθε πριν από πολλές άλλες αναμνήσεις.

Κι όμως, η ζωή του δεν κύλησε ευθύγραμμα προς την κεραμική. Σπούδασε Χημεία στην Αθήνα, έφτασε μέχρι το Γενικό Χημείο του Κράτους στη Λάρισα και εργάστηκε εκεί, σαν να τον τραβούσε για λίγο μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας ουσίας. Παράξενη σύμπτωση, ίσως και μικρό οικογενειακό αστείο της ζωής, πως ο παππούς του είχε το παρατσούκλι «χημικός», χωρίς ποτέ να έχει περάσει από πανεπιστήμιο.

Κάποια στιγμή του ζήτησαν να διδάξει κεραμική σε μικρά παιδιά. Δεν ήταν βέβαιος πως θα τα αγγίξει αυτή η αργή, απαιτητική τέχνη. Έκανε λάθος. Τα παιδιά παραδόθηκαν σε αυτή με ενθουσιασμό, με εκείνη την καθαρή αφοσίωση που έχουν μόνο όταν κάτι τα συνεπαίρνει αληθινά. Για τον ίδιο, αυτή υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής του. Στο εργαστήριό του φυλά ακόμη έργα από πηλό φτιαγμένα από μικρά χέρια του δημοτικού, μικρές αποδείξεις πως η δημιουργία δεν γνωρίζει ηλικία.

Ο Ηλίας δεν είδε ποτέ την κεραμική σαν κλειστό κόσμο. Όταν ένας οίκος μόδας τού ζήτησε να δημιουργήσει χάντρες για σανδάλια, δεν το αντιμετώπισε σαν παραξενιά. Μαζί με την κόρη έφτιαξε χιλιάδες κομμάτια στο χέρι. Υπομονή, ακρίβεια, επιμονή. Κι έτσι ο πηλός βρήκε τον δρόμο του και σε ένα τελείως διαφορετικό πεδίο, χωρίς να χάσει τίποτα από την αξιοπρέπειά του.

Με τη γυναίκα του, που γνώρισε στη Αθήνα, αποκτήσανε τρια παιδια ,τον Νικόλα την Αφροδιτη και την μικροτερη ολων Ελπίδα. Η πέμπτη γενιά ακολούθησε τα ίχνη του πατέρα, του παππού, του προπάππου, ενώ η έκτη γενιά συνεχίζει σήμερα την ίδια διαδρομή. Με μια τελειομανία που, όπως λένε χαμογελώντας, μάλλον δεν είναι επίκτητη αλλά οικογενειακή κληρονομιά.

Υπάρχουν οικογένειες που μεταβιβάζουν σπίτια ή χωράφια. Κι υπάρχουν κι εκείνες που μεταβιβάζουν το βλέμμα. Το πώς κοιτάζεις ένα άμορφο κομμάτι γης και βλέπεις ήδη τι μπορεί να γίνει.

Ο Ασημάκης Πολυπαθένης μιλά για τον πόλεμο χωρίς θεατρικότητα. Με τη λιτότητα εκείνων που τον γνώρισαν από κοντά και δεν...
24/08/2026

Ο Ασημάκης Πολυπαθένης μιλά για τον πόλεμο χωρίς θεατρικότητα. Με τη λιτότητα εκείνων που τον γνώρισαν από κοντά και δεν χρειάζεται να τον μεγεθύνουν.

Θυμάται τη Λέρο κάτω από γερμανικό βομβαρδισμό, τη θάλασσα να γίνεται πεδίο μάχης, τον ήχο των αεροσκαφών να σχίζει τον ουρανό. Θυμάται το Αδρίας, εκείνο το πλοίο που, βαριά χτυπημένο, σχεδόν μισό, κατάφερε να φτάσει μέχρι το Πορτ Σάιντ. Για τη δική του γενιά, αυτά δεν ήταν ιστορικά κεφάλαια. Ήταν η πραγματικότητα.

Το 1942 εντάχθηκε στον Ιερό Λόχο και έμεινε εκεί μέχρι το 1945, συμμετέχοντας σε επιχειρήσεις σε μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους του νεότερου ελληνισμού. Και όταν τελείωσε ο παγκόσμιος πόλεμος, η χώρα δεν βρήκε αμέσως γαλήνη.

Ο εμφύλιος ήρθε να διχάσει ακόμη βαθύτερα έναν τόπο ήδη πληγωμένο. Ο Ασημάκης βρέθηκε ξανά μέσα στη φωτιά. Είδε μάχες στα βουνά, στα περάσματα, στα λαγκάδια. Μας περιέγραψε έναν κόσμο όπου η φύση ήταν συγχρόνως καταφύγιο και δοκιμασία. Τα βουνά ήταν το μόνο σταθερό σημείο μέσα στο χάος.

Είδε τη Συμφωνία της Βάρκιζας να αλλάζει βίαια την πορεία σωμάτων όπως ο Ιερός Λόχος και η Ταξιαρχία Ρίμινι. Βρέθηκε αργότερα στον Γράμμο και στο Βίτσι ως διοικητής λόχου, κουβαλώντας την ευθύνη όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για άλλους άνδρες.

Δεν μιλά για ηρωισμό όπως τον φανταζόμαστε σήμερα. Μιλά για νοσοκομεία γεμάτα τραυματίες, για φίλους που πάλευαν να κρατηθούν στη ζωή, για φόβο, για καθήκον, για στιγμές που δεν σου επιτρέπουν να μείνεις αμέτοχος.

Και τώρα, σε μια ηλικία που θα περίμενε κανείς να υπάρχει μόνο απόσταση από όλα αυτά, παραμένει ανήσυχος. Τον βαραίνει η αίσθηση πως η Ελλάδα δεν πήρε όσα άξιζε μετά από τόσο αίμα. Και οι νέες εστίες πολέμου στον κόσμο δεν του προκαλούν πολιτικό ενδιαφέρον. Του ξυπνούν μνήμες.

Όταν έχεις δει τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος στον άνθρωπο, δεν κοιτάς ποτέ έναν νέο πόλεμο σαν απλή είδηση.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Η Σκύρος μιλάει σιγανά, μέσα από το αλάτι στην πέτρα, τα πελεκητά ξύλα και τα χέρια που δουλεύουν αθόρυβα. Εκεί θυμάται ...
11/08/2026

Η Σκύρος μιλάει σιγανά, μέσα από το αλάτι στην πέτρα, τα πελεκητά ξύλα και τα χέρια που δουλεύουν αθόρυβα. Εκεί θυμάται κανείς τον Γιάννη Μπαμπούση, έναν από τους τελευταίους αληθινούς μάστορες. Έναν άνθρωπο που έμαθε να σκαλίζει πρώτα για να ζήσει και ύστερα για να μην ξεχαστεί.

Γεννήθηκε το 1934, στα χρόνια της Κατοχής, παιδί της φτώχειας και της Αντίστασης. Εγγονός Ανδριώτη που έδεσε τη βάρκα του στη Σκύρο στις αρχές του 1800 και γιος μαρμαρά, γεννήθηκε σε μοναστηριακό κτήμα του Αγίου Όρους, εκεί όπου το μυστήριο του υλικού περνά από γενιά σε γενιά.

Η ζωή δεν του χάρισε τίποτα, παρά μόνο το ξύλο και το πείσμα.

Στα 14 του ζήτησε μια τέχνη και πήρε μια ποινή: τρία χρόνια δίπλα σε αφέντες που δεν δίδασκαν, μόνο απαιτούσαν. Εκείνος όμως σκάλιζε, μέρα-νύχτα. Στα 17 του άνοιξε μόνος το πρώτο του μαγαζί. Έμαθε από το βλέμμα, όχι από τον δάσκαλο. Έγινε μάστορας επειδή αρνήθηκε να μείνει μαθητής της σιωπής.

Δούλευε από το χάραμα ως τα μεσάνυχτα και, όταν πια στάθηκε στα πόδια του, άνοιξε στους άλλους τα σχέδια και τα μυστικά της τέχνης του. Ήταν ο πρώτος που φωτογράφισε τα έργα του και έβγαλε τα σκυριανά σκαμνάκια από την ανάγκη και τα έβαλε στην ιστορία.

Ύστερα, με τον χαμό της γυναίκας του και τη σιωπή των ανθρώπων, γύρισε στη γη. Φύτεψε 200 δέντρα. Το νησί γέμισε γερμά και πορτοκάλι. Κι ας μην του έλεγαν ούτε καλημέρα, εκείνος τα χάριζε. Δεν ήθελε να πουλήσει ούτε το ξύλο ούτε τον καρπό.

Σήμερα, στα 92 του, δεν νοσταλγεί το παρελθόν. Μονάχα την κοινωνία των παλιών, εκείνων που έλεγαν «ευχαριστώ», κοιτούσαν στα μάτια και δούλευαν για κάτι μεγαλύτερο απ’ τον εαυτό τους.

Η τέχνη του ξύλου έφυγε σιγά σιγά από τα χέρια του, αλλά έμεινε στο νησί, σαν ρίζα. Κι εκείνος μαζεύει ακόμα μόνος 80 κιλά φρούτα. Όχι για να πουλήσει. Για να θυμίσει πως κάποτε το να δίνεις ήταν σπουδαιότερο απ’ το να έχεις.

Μέσα από τις σκυριανές καρέκλες, τους κόμπους του ξύλου, το άρωμα του γέρμα και το μαγαζί που γέρασε μαζί του, ο Γιάννης Μπαμπούσης μένει εκεί.

Σαν σκαλισμένη μνήμη στο σώμα του νησιού.
Σαν ύμνος στο χειροποίητο.
Στο τίμιο.
Στο ανθρώπινο.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Στο εργαστήριο του Δημήτρη Κουβδή υπάρχει ακόμη σκόνη από χώμα πάνω στα εργαλεία, θερμότητα από τα καμίνια και μια επιμο...
08/08/2026

Στο εργαστήριο του Δημήτρη Κουβδή υπάρχει ακόμη σκόνη από χώμα πάνω στα εργαλεία, θερμότητα από τα καμίνια και μια επιμονή που δεν εξηγείται εύκολα. Γιατί για να συνεχίζεις μια τέχνη που ο κόσμος σταδιακά άφησε πίσω του, χρειάζεται κάτι περισσότερο από συνήθεια.

Αυτός είναι τέταρτη γενιά αγγειοπλάστης, σε μια οικογένεια που κρατά αυτή την παράδοση από το 1821. Από τους πρώτους που έστησαν εργαστήριο αγγειοπλαστικής στη Λέσβο και σήμερα από τους τελευταίους που επιμένουν να κρατούν ανοιχτό έναν τέτοιο χώρο.

Κάποτε τα αντικείμενα που έβγαιναν από τα χέρια του δεν ήταν διακοσμητικά. Ήταν απαραίτητα. Στάμνες και κουμαριά για το νερό, για να μεταφέρεται, να διατηρείται δροσερό, να υπηρετεί μια καθημερινότητα που στηριζόταν σε απλά αλλά ευφυή μέσα. Ύστερα ήρθαν τα πλαστικά, τα ψυγεία, οι νέες συνήθειες. Και μαζί τους, η αργή εξαφάνιση μιας ολόκληρης ανάγκης.

Ο Δημήτρης όμως δεν έμαθε να εγκαταλείπει εύκολα. Διάλεξε το σημείο του εργαστηρίου του με ακρίβεια, γνωρίζοντας πως το κίτρινο χώμα της περιοχής θα έδινε στον πηλό ξεχωριστή αντοχή και χαρακτήρα. Παραμένει από τους λίγους που δουλεύουν ακόμη με τον παραδοσιακό τροχό, με το σώμα να συμμετέχει σε κάθε κίνηση, όπως γινόταν για γενιές.

Μέσα στα καμίνια του, στους χίλιους βαθμούς του καλοκαιριού, ο πηλός σκληραίνει και παίρνει την τελική του υπόσταση. Κάπως έτσι μοιάζει και η ίδια του η διαδρομή.

Είχε ονειρευτεί να δημιουργήσει μια σχολή αγγειοπλαστικής, να μη χαθεί αυτή η γνώση μαζί με τους ανθρώπους που τη φέρουν. Δεν βρήκε ποτέ την υποστήριξη που χρειαζόταν. Το λέει με απογοήτευση, κυρίως γιατί βλέπει πως σήμερα ένας νέος δύσκολα θα βρει λόγο να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο.

Κι όμως, εκείνος συνεχίζει.

Δίπλα του, σαράντα τρία χρόνια τώρα, η Παρασκευή. Μαζί στη ζωή, στη γη, στη δουλειά, στις ήσυχες αντοχές που δεν φαίνονται εύκολα.

Και αν κάτι του δίνει ακόμη κουράγιο, είναι οι άνθρωποι που περνούν την πόρτα του εργαστηρίου του και στέκονται με αληθινό ενδιαφέρον απέναντι σε αυτό που φτιάχνει. Γιατί όσο υπάρχει αυτό το βλέμμα, τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά.

🖊️ Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Η Καίτη Φράγκου δεν μιλά για τη ζωή της σαν να ζητά δικαίωση. Τη θυμάται ήρεμα, σχεδόν φωτεινά, σαν άνθρωπος που πέρασε ...
07/08/2026

Η Καίτη Φράγκου δεν μιλά για τη ζωή της σαν να ζητά δικαίωση. Τη θυμάται ήρεμα, σχεδόν φωτεινά, σαν άνθρωπος που πέρασε μέσα από σκοτάδια και δεν τους επέτρεψε να της πάρουν την ψυχή.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ικαρία. Εκεί όπου το νησί μπορεί να μοιάζει παράδεισος, αλλά για εκείνη υπήρξε και τόπος δοκιμασίας. Τον πατέρα της δεν τον γνώρισε παιδί. Έφυγε για την Αμερική όταν εκείνη ήταν μόλις εννέα μηνών και τον είδε πρώτη φορά στα είκοσι επτά της, πια παντρεμένη.

Ο πόλεμος μπήκε στη ζωή της από κοντά. Όχι σαν είδηση. Σαν φόβος, σαν πείνα, σαν φυγή. Νέα ακόμη, μπήκε σε μια βάρκα μαζί με άλλους ανθρώπους και πέρασε στην Τουρκία για να σωθεί από τα δόντια του πολέμου στην Ικαρία. Γνώρισε την ξενιτιά, την αγωνία, την καταστροφή γύρω της. Κι όμως δεν λύγισε.

Βρέθηκε να υπηρετεί ως νοσοκόμα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, δίπλα σε ανθρώπους τραυματισμένους, εξαντλημένους, χτυπημένους από την ιστορία. Είδε εικόνες που δύσκολα χωρούν σε λόγια. Κι όμως στάθηκε εκεί. Όχι για τον εαυτό της. Για τους άλλους. Για να δέσει πληγές, να δώσει λίγο νερό, λίγη φροντίδα, λίγη ανθρώπινη παρουσία εκεί όπου όλα έμοιαζαν να έχουν χαθεί.

Αργότερα, με μεγάλη προσπάθεια, κατάφερε να φύγει για την Αθήνα για σπουδές. Η μητέρα της έπεισε έναν χωροφύλακα να της εκδώσει το χαρτί που χρειαζόταν για να ταξιδέψει, προσφέροντάς του μια χρυσή λίρα και ένα δαχτυλίδι. Η Καίτη σπούδασε Φυσικό στην Αθήνα και διορίστηκε εκπαιδευτικός.

Στα χρόνια της χούντας στάθηκε ξανά εκεί που έπρεπε. Δίπλα στους μαθητές της. Τους κάλυπτε για να μπορέσουν να κατέβουν στο Πολυτεχνείο. Είχε ζήσει πολλά για να φοβηθεί τη σιωπή. Είχε δει τον πόλεμο, την απώλεια, την προσφυγιά. Δεν θα λύγιζε από την χούντα.

Σήμερα κοιτά την Ικαρία και τη λέει παράδεισο. Όχι γιατί ξέχασε. Αλλά γιατί θυμάται. Γιατί σε κάθε γωνιά βλέπει όσα πέρασε, όσα άντεξε, όσα υπερασπίστηκε. Και μέσα από τη φρίκη, τη δυστυχία και τις απώλειες, κράτησε κάτι ακέραιο.

Την πίστη στο δίκαιο.
Την ελπίδα.
Και έναν δικό της, ήσυχο τρόπο να πολεμά.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Ο Μιχάλης Πατιρμτζής είναι από εκείνους τους ανθρώπους που τους συνδέεις με έναν τόπο σχεδόν αυτονόητα. Σαν να υπήρχαν π...
05/08/2026

Ο Μιχάλης Πατιρμτζής είναι από εκείνους τους ανθρώπους που τους συνδέεις με έναν τόπο σχεδόν αυτονόητα. Σαν να υπήρχαν πάντα εκεί.

Γεννημένος το 1962, μόλις ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία, στα είκοσί του χρόνια, μπήκε κατευθείαν στο παντοπωλείο της οικογένειας. Ένα μαγαζί που προϋπήρχε της δικής του ζωής, αφού πρώτα το κρατούσε ο πατέρας του. Συνολικά, η οικογένεια μετρά εβδομήντα έξι χρόνια πίσω από τον ίδιο πάγκο.

Ο ίδιος έμεινε εκεί τέσσερις δεκαετίες, από το 1980 μέχρι τη σύνταξή του. Χρόνια γεμάτα μικρές καθημερινές συναντήσεις, γνώριμα πρόσωπα, κουβέντες της στιγμής, τις απλές ανάγκες ενός χωριού που περνούσαν από την πόρτα του.

Δεν έκανε οικογένεια με τη συμβατική έννοια. Έμεινε εργένης και αφιέρωσε τη ζωή του σε αυτή τη σταθερή καθημερινότητα που για πολλούς θα έμοιαζε μονότονη, για εκείνον όμως ήταν απλώς η ζωή του όπως την ήξερε.

Σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα, υπάρχουν άνθρωποι που κρατούν έναν δικό τους σταθερό ρυθμό. Και κάπως έτσι, χωρίς επιδίωξη, γίνονται μέρος της μνήμης ενός τόπου.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Ο Χρήστος Χρυσοφώς γεννήθηκε το 1941, τότε που τα πράγματα δεν άφηναν πολλά περιθώρια για παιδικά χρόνια. Η κατοχή δεν ή...
01/08/2026

Ο Χρήστος Χρυσοφώς γεννήθηκε το 1941, τότε που τα πράγματα δεν άφηναν πολλά περιθώρια για παιδικά χρόνια. Η κατοχή δεν ήταν ιστορία, ήταν η καθημερινότητά του. Από νωρίς μπήκε στη δουλειά. Καφενείο, φούρνος, ό,τι χρειαζόταν για να σταθεί η οικογένεια. Δεν το είπε ποτέ θυσία. Το έλεγε απλώς ζωή.

Τα δύσκολα χρόνια δεν τον λύγισαν. Τον έμαθαν να αντέχει χωρίς να κάνει θόρυβο. Να προχωράει χωρίς να ζητάει πολλά. Κι όταν ήρθε η ώρα του στρατού, βρέθηκε στην κουζίνα. Από μάγειρας έγινε αρχιμάγειρας, μαγειρεύοντας για ανθρώπους που είχαν βαθμούς και εξουσία. Εκείνος κράτησε μόνο τη δουλειά του. Καθαρή, τίμια, χωρίς περιττά.

Η θάλασσα ήρθε μετά, σαν φυσική συνέχεια. Πρώτα τα καΐκια, μετά τα μεγάλα πλοία. Κρουαζιερόπλοια και φορτηγά. Τριάντα έξι χρόνια πάνω στο νερό. Μήνες που γίνονταν χρόνια. Έφτασε να λείπει μέχρι και τέσσερα συνεχόμενα χρόνια. Όχι από επιλογή, από ανάγκη. Ήθελε η οικογένεια να σταθεί, να ξεχρεώσει, να ανασάνει.

Δεν κουράστηκε από τη θάλασσα. Κουράστηκε μόνο από την απόσταση.

Είδε πολλά. Και τα καλά και τα δύσκολα. Σε ένα καράβι χόρευε και κέρδιζε φιλοδωρήματα από τους τουρίστες, έτσι απλά, γιατί το είχε μέσα του. Σε άλλα ταξίδια πάλευε να μείνει ζωντανός. Τρία ναυάγια. Στο ένα, το 1975, στα νησιά Νικομπάρ, έμεινε οκτώ μέρες πάνω στο κουφάρι του πλοίου περιμένοντας βοήθεια. Ο χρόνος εκεί δεν κυλούσε, απλώς στεκόταν.

Κι όμως, δεν θα άλλαζε τίποτα.

Μιλάει για τη θάλασσα με καμάρι. Σαν να ήταν επιλογή και όχι βάρος. Σαν να του χρωστάει κάτι κι όχι το αντίθετο. Μόνο ένα πράγμα τον πειράζει. Οι ναυτικοί σήμερα, λέει, δεν έχουν αυτό που είχαν. Το ΝΑΤ, οι συντάξεις, η ελληνική ναυτιλία όπως την έζησε. Τότε που τα καράβια είχαν Έλληνες και τα λιμάνια γνώριζαν τα ονόματά τους.

Σταμάτησε το 1986. Αλλά δεν σταματάς ποτέ τη θάλασσα. Μένει μέσα σου. Στις κινήσεις, στο βλέμμα, στον τρόπο που στέκεσαι.

Στη Σκόπελο και στον Πειραιά ο Χρήστος ζει το ίδιο πράγμα. Δύο τόποι, μία διαδρομή. Σαν να ακούγεται ακόμα κάπου μια μηχανή να δουλεύει χαμηλά και ένα κατάστρωμα να τρίζει.

Και εκείνος, ήσυχος, να ξέρει ότι έκανε τον κύκλο του όπως έπρεπε.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Address

Káto Koufonísion

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Marabou Project posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Business

Send a message to Marabou Project:

Shortcuts

Share