11/09/2026
Στη Σκύρο, οι μυρωδιές μένουν χαμηλά, κολλημένες στους τοίχους και στα σοκάκια. Ο φούρνος ήταν πάντα κάτι περισσότερο από ένα μαγαζί, ήταν τόπος επιστροφής, ένας τόπος όπου η μέρα άρχιζε πριν ακόμη φανεί το φως.
Ο Μήτσος Μανωλάκης γεννήθηκε το 1950. Στα δεκαπέντε του, το 1966, μπήκε στα καράβια από ανάγκη. Έγινε μάγειρας, δουλεύοντας σε στενές κουζίνες, με φωτιά που δεν έσβηνε και βάρδιες χωρίς ωράριο. Στις φουρτούνες, το καράβι σηκωνόταν και έπεφτε, τα σκεύη χτυπούσαν κι εκείνος κρατούσε την ισορροπία του. Σε ταξίδι στα ανοιχτά της Αμερικής, ένας τυφώνας χτύπησε το πλοίο. Υλικές ζημιές, φόβος και στιγμές που μένουν μέσα σου. Κι όμως, η φωτιά της κουζίνας δεν έσβησε.
Μέσα σε αυτή τη ζωή έμαθε και ζαχαροπλαστική, από βιβλία και συνταγές που διάβαζε όταν όλα ησύχαζαν. Υπηρέτησε επίσης τριάντα μήνες στον στρατό. Ύστερα, ο κύκλος της θάλασσας έκλεισε.
Το 1976 επέστρεψε στη Σκύρο και άνοιξε τον φούρνο του. Ήταν από τους πρώτους στο νησί που, εκτός από ψωμί, έφτιαχναν και μπουγάτσες. Η δική του έγινε σημείο αναφοράς, όχι επειδή την άλλαξε, αλλά επειδή δεν την άλλαξε ποτέ. Η συνταγή έμεινε ίδια.
Ο φούρνος έγινε ρυθμός: ξύπνημα πριν από όλους, άναμμα του φούρνου, ζύμωμα, αναμονή. Μια καθημερινότητα που επαναλαμβάνεται χωρίς να γίνεται ποτέ ίδια.
Όταν ήρθε η ώρα να σταματήσει, πέρασε το μαγαζί στις δύο κόρες του. Είχε σκεφτεί να το κλείσει, όμως τελικά δεν το έκανε. Γιατί κάποια πράγματα δεν τα κλείνεις, τα αφήνεις να συνεχιστούν.
Τον απασχολεί η ακρίβεια και η δυσκολία να κρατηθούν ζωντανές οι μικρές επιχειρήσεις. Ξέρει τι σημαίνει να ξεκινάς από το μηδέν.
Παράλληλα, ασχολήθηκε με τη μελισσοκομία και τη γη. Καλλιέργησε, φρόντισε και δούλεψε ξανά με τα χέρια, χωρίς ποτέ να μάθει να αποφεύγει τη δυσκολία.
Ο Μήτσος δεν έκανε κάτι για να ξεχωρίσει. Έκανε αυτό που ήξερε, με συνέπεια. Από τη θάλασσα μέχρι τον φούρνο, από τη φωτιά της κουζίνας μέχρι τη ζύμη, κράτησε μια ευθύτητα που δεν χρειάζεται εξηγήσεις.
Και τις πρώτες ώρες της μέρας, όταν το νησί ακόμη δεν έχει ξυπνήσει, ο φούρνος του συνεχίζει να γεμίζει τον αέρα με εκείνη τη γνώριμη μυρωδιά. Σαν μια υπόσχεση ότι όσα αξίζουν, βρίσκουν τρόπο να μένουν.
🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης