27/02/2026
Στο Κάτω Κουφονήσι ο χρόνος δεν μετριέται με ρολόγια αλλά με περάσματα. Με τον βοριά που αλλάζει, με τα καΐκια που δένουν και ξαναφεύγουν, με τους ανθρώπους που εμφανίζονται για λίγο και ύστερα χάνονται μέσα στο καλοκαίρι.
Εκεί ο Γιάννης Βενετσάνος κράτησε το πατρικό του όρθιο, όχι σαν μνήμη, αλλά σαν τόπο.
Ψαράς πρώτα, πριν γίνει οτιδήποτε άλλο. Το ’87 άρχισε να μαζεύει φίλους, όργανα και φωνές. Τα ρεμπέτικα δεν είχαν πρόγραμμα, άναβαν όπως ανάβει μια λάμπα σε αυλή. Ξένοι και Έλληνες κάθονταν στο ίδιο τραπέζι χωρίς να γνωρίζονται, κι όμως έφευγαν γνωστοί. Το 1990 το είπε ταβέρνα, αλλά στην ουσία ήταν ένα στέκι που βρέθηκε μόνο του.
Τα γλέντια πλήθυναν, ύστερα βάρυναν. Κάποια βράδια τον έκαναν να καταλάβει πως η νύχτα θέλει μέτρο. Κράτησε το φαγητό και άφησε τη φασαρία. Από τότε το μέρος έμεινε ήσυχο, σχεδόν πεισματικά.
Ποτέ δεν θέλησε να γίνει εύκολο. Ήθελε όποιος έρθει να το ψάξει, να περπατήσει, να ιδρώσει λίγο, να το αξίζει.
Για χρόνια ο κόσμος κατέβαινε και έστηνε σκηνές στο χωράφι του. Άλλοι το έλεγαν πρόβλημα, εκείνος το έβλεπε σαν ζωή. Οι αντιδράσεις ήρθαν, οι περιορισμοί επίσης. Το νησί άλλαζε χωρίς να τον ρωτήσει. Κι οι αρχές συχνά μακριά, σαν να μην υπήρχε τόπος να φροντίσουν.
Τώρα μένει σχεδόν μόνος. Καλλιεργεί, περιποιείται, περιμένει. Περνούν καμιά φορά βοσκοί, δυο κουβέντες, ύστερα πάλι σιωπή. Στα καφενεία της χώρας λένε ιστορίες που επαναλαμβάνονται, εδώ η μέρα έχει δουλειά και ο αέρας δεν κουράζει.
Δεν είναι άνθρωπος που διαφημίστηκε. Είναι από εκείνους που απλώς έμειναν.
Κι έτσι, χωρίς να το πει ποτέ, έδωσε στο Κάτω Κουφονήσι κάτι πιο σπάνιο από ένα μαγαζί:
έναν λόγο να φτάνεις μέχρι το τέλος του χάρτη και να βρίσκεις ακόμη άνθρωπο.
🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης